-ειδής

-ειδής
-ές (είδος*)
β' συνθετικό επιθέτων και απλή παραγωγική κατάληξη, που δηλώνει ότι το ουσιαστικό το οποίο προσδιορίζεται από το επίθετο έχει τη μορφή που δηλώνει το α' συνθετικό. Εμφανίζεται σε μεγάλο αριθμό σύνθετων λέξεων
στη Νέα Ελληνική, έναντι 526 συνθέτων τής Αρχαίας, απαντούν 357 σύνθετα σε -ειδής, από τα οποία 153 είναι νεώτεροι σχηματισμοί και 204 παραδεδομένα σύνθετα.
Σύνθετα σε –ειδής:
Αβακοειδής, αγκιστροειδής, αγκυλοειδής, αγκυροειδής, αδενοειδής, αεροειδής, αιθεροειδής, αιματοειδής, ακιδοειδής, ακτινοειδής, αλαβαστροειδής, αλλαντοειδής, αλωνοειδής, αλωπεκοειδής, αμυγδαλοειδής, αμφιβληστροειδής, ανθρακοειδής, ανθρωποειδής, ανομοειδής, ανομοιοειδής, αντροειδής, απιοειδής, αραχνοειδής, αργυροειδής, ασπιδοειδής, αστεροειδής, αστροειδής, ατρακτοειδής, αψιδοειδής
βαλανοειδής, βαμβακοειδής, βελονοειδής, βοθροειδής, βολβοειδής, βοστρυχοειδής, βουνοειδής, βραγχιοειδής, βωλοειδής
γαλακτοειδής, γαστροειδής, γεροντοειδής, γονοειδής, γραμμοειδής, γριφοειδής, γυναικοειδής, γυψοειδής, γωνιοειδής
δακτυλοειδής, δελτοειδής, δενδροειδής, δικτυοειδής, δισκοειδής, δρεπανοειδής, δυσειδής
ελαφοειδής, ελικοειδής, εμβολοειδής, εντεροειδής, ετεροειδής, ευειδής, εχιδνοειδής
ζυμοειδής, ζωοειδής
ηθμοειδής, ημικυκλοειδής
θαμνοειδής, θεοειδής, θηλοειδής, θολοειδής, θυλακοειδής, θυμοειδής, θυρεοειδής, θυσανοειδής
ιοειδής, ιχθυοειδής
καλυκοειδής, καμαροειδής, καμπυλοειδής, καπνοειδής, καρδιοειδής, καρκινοειδής, κεγχροειδής, κερατοειδής, κεφαλοειδής, κηροειδής, κιρσοειδής, κισσοειδής, κλιμακοειδής, κογχοειδής, κολποειδής, κονδυλοειδής, κορακοειδής, κοχλιοειδής, κρικοειδής, κροκοειδής, κτενοειδής, κυβοειδής, κυκλοειδής, κυλινδροειδής, κυματοειδής, κυνοειδής, κυρτοειδής, κωνοειδής
λαχανοειδής, λεπιδοειδής, λιβανοειδής, λιθοειδής, λιμνοειδής, λογχοειδής, λοξοειδής
μανδυοειδής, μαστοειδής, μηκωνοειδής, μηνοειδής, μολυβδοειδής, μονοειδής, μυιοειδής
νεφελοειδής, νεφροειδής
ξιφοειδής, ξυλοειδής
οδοντοειδής, οινοειδής, ομοειδής, ομοιοειδής, ομφαλοειδής, ονυχοειδής, ορνιθοειδής, ουρανοειδής, οφιοειδής
πεταλοειδής, πιθηκοειδής, πινακοειδής, πισσοειδής, πολυειδής, πριονοειδής, πτερυγοειδής, πυοειδής, πυραμοειδής, πυργοειδής, πυρηνοειδής
ραβδοειδής, ραγοειδής, ροβοειδής, ροδοειδής, ροπαλοειδής
σαλπιγγοειδής, σαυροειδής, σεληνοειδής, σησαμοειδής, σκαφοειδής, σκωληκοειδής, σπειροειδής, σπηλαιοειδής, σπινθηροειδής, σπογγοειδής, σταυροειδής, στροβιλοειδής, στρογγυλοειδής, σφαιροειδής, σφενδονοειδής, σφηνοειδής
ταινιοειδής, ταυροειδής, ταφοειδής, ταφροειδής, τετραγωνοειδής, τεφροειδής, τιγροειδής, τοξοειδής, τραγοειδής, τραπεζοειδής, τριαινοειδής, τριγωνοειδής, τριχοειδής, τροχοειδής, τρυπανοειδής, τρωγλοειδής, τυμπανοειδής
υαλοειδής, υδατοειδής, υμενοειδής, υοειδής
φακοειδής, φιαλοειδής, φλογοειδής, φουρνοειδής
χαλκοειδής, χελωνοειδής, χολοειδής, χοριοειδής, χυτροειδής
ψαλιδοειδής, ψαμμοειδής
ωοειδής
αρχ.
αγλαοειδής, αειδής, αλογοειδής, απλοειδής, αυλακοειδής, βοτρυοειδής, βροτοειδής, ελαιοειδής, ζυγοειδής, θεειδής, θωρακοειδής, ιαμβοειδής, ιριοειδής, ιχωροειδής, καλαμοειδής, λαβδοειδής, λαβυρινθοειδής, λικνοειδής, λιμενοειδής, λογοειδής, νεοειδής, ογκοειδής, ολμισκοειδής, οροβοειδής, οφθαλμοειδής, σαρκοειδής, σκοπελοειδής, σκοτεινοειδής, σολοικοειδής, σποδοειδής, στερεοειδής, τραχηλοειδής, τριηροειδής, φωτεινοειδής, χλαμυδοειδής, ψιμμυθοειδής, ωχροειδής
νεοελλ.
αγγελοειδής, αδαμαντοειδής, αιλουροειδής, αιχμοειδής, ακανθοειδής, αλευροειδής, αλυσοειδής, αμιαντοειδής, αμμοειδής, ανδρεικελοειδής, αξονοειδής, αρβυλοειδής, βαρελοειδής, βατραχοειδής, βελοειδής, βλαστοειδής, βλεννοειδής, βουτυροειδής, γλωσσοειδής, γονατοειδής, γουρουνοειδής, δαιδαλοειδής, δακρυοειδής, δερματοειδής, διφθεροειδής, εικονοειδής, ελασματοειδής, ελεφαντοειδής, ελλειψοειδής, εμβρυοειδής, ερπετοειδής, ερυθηματοειδής, ερυθροειδής, ημισφαιροειδής, θαλαμοειδής, κολλοειδής, κομητοειδής, κονιορτοειδής, κρανιοειδής, κρατηροειδής, κυπελλοειδής, κυστεοειδής, κυψελοειδής, λακκοειδής, λειχηνοειδής, λεκανοειδής, λιποειδής, λοφοειδής, μαιανδροειδής, μαρμαροειδής, μαστιχοειδής, μεταλλοειδής, μεταξοειδής, μηκυτοειδής, οσπριοειδής, οστεοειδής, οστρακοειδής, περγαμηνοειδής, πετρελαιοειδής, πλακοειδής, πολτοειδής, πρισματοειδής, ραμφοειδής, ρευματοειδής, σακκοειδής, σακχαροειδής, σανιδοειδής, σαπωνοειδής, σιταροειδής, σμαραγδοειδής, σταφυλοειδής, συκοειδής, σχοινιοειδής, τερατοειδής, τοξινοειδής, τορπιλλοειδής, τυροειδής, φαλαινοειδής, φαραγγοειδής, φοινικοειδής, φυλλοειδής, χαλαζοειδής, χαλκοειδής, χιτωνοειδής, χονδροειδής.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • εἰδῇς — οἶδα see perf subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴδῃς — οἶδα see perf subj act 2nd sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδῆις — εἰδῇς , οἶδα see perf subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμοειδής — θερμοειδής, ές (Α) αυτός που έχει θερμή φύση. [ΕΤΥΜΟΛ. < θερμ(ο) * + ειδής (< είδος) πρβλ. δυσ ειδής, ευ ειδής, κερατο ειδής] …   Dictionary of Greek

  • θρομβοειδής — ές (ΑΜ θρομβοειδής, ές) θρομβώδης μσν. (για ιδρώτα) αυτός που αποτελείται από μεγάλες σταγόνες. [ΕΤΥΜΟΛ. < θρόμβος + ειδής (< είδος) πρβλ. δακτυλιο ειδής, ρομβο ειδής. Η λ. επανήλθε στη Νέα Ελληνική ως αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. thromboid < …   Dictionary of Greek

  • ιοειδής — (I) ές (Α ἰοειδής, ές) αυτός που έχει το χρώμα τού ίου, μενεξεδής, ιόχρους («ἰοειδέα πόντον», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ιοειδή οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών αρχ. 1. αυτός που ευωδιάζει όπως το ίον, ευώδης 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ… …   Dictionary of Greek

  • ετερειδής — ἑτερειδής, ές (Α) ετεροειδής, φανταστικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + ειδής (< είδος) πρβλ. δυσ ειδής, ωο ειδής] …   Dictionary of Greek

  • ετεροειδής — ές (ΑΜ ἑτεροειδής, ές) 1. αυτός που ανήκει σε άλλο είδος 2. αυτός που έχει διαφορετική μορφή, ο ανομοιόμορφος (νεολλ.) βοτ. λέγεται για μέρη τα οποία, στο ίδιο άτομο, παρουσιάζουν διάφορες μορφές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + ειδής (< είδος), πρβλ …   Dictionary of Greek

  • ευειδής — ές (ΑΜ εὐειδής, ές) αυτός που έχει ωραία μορφή (είδος), ο ωραίος, ο όμορφος («γυνή προσελθούσα καλή και ευειδής», Παπαδ.) αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐειδές η καλλονή, η ομορφιά τού προσώπου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ειδής (< είδος «όψη»), πρβλ. δυσ… …   Dictionary of Greek

  • ευλαβοειδής — εὐλαβοειδής, ές (Μ) ευλαβής, πλήρης σεβασμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύλαβο (< ευλαβής) + ειδής < είδος (πρβλ. δυσ ειδής, ωο ειδής)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”